Η ατομική έκθεση της Όλγας Σουβερμέζογλου αρθρώνεται γύρω από ένα ιστορικό συμβάν που, αν και ανήκει στο παρελθόν, εξακολουθεί να δρα ως ενεργός ψυχικός και κοινωνικός χρόνος. Στο επίκεντρό της βρίσκονται οι δύο καταστροφικοί σεισμοί του 1999: εκείνος της 17ης Αυγούστου κοντά στο Ιζμίτ της Τουρκίας, στην περιοχή της Θάλασσας του Μαρμαρά, μεγέθους 7,6 Ρίχτερ, και εκείνος της 7ης Σεπτεμβρίου στην Αθήνα, μεγέθους 6,0 Ρίχτερ. Αν και ο δεύτερος ήταν αισθητά μικρότερος σε ένταση, αποδείχθηκε εξαιρετικά οδυνηρός, καθώς το επίκεντρό του βρισκόταν σε άμεση γειτνίαση με τον αστικό ιστό της πρωτεύουσας, στην περιοχή της Πάρνηθας και των δυτικών-βορειοδυτικών προαστίων. Ο σεισμός στην Τουρκία έπληξε βίαια μια ζώνη υψηλής βιομηχανικής και πληθυσμιακής πυκνότητας, αφήνοντας πίσω του περίπου 20.000 νεκρούς και αμέτρητους άστεγους. Λίγες μόλις εβδομάδες αργότερα, ο σεισμός της Αθήνας κόστισε τη ζωή σε 143 ανθρώπους και προκάλεσε εκτεταμένες καταστροφές σε κατοικίες, εργοστάσια και υποδομές της Αττικής.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εγγράφεται το ερευνητικό project της εικαστικού, το οποίο εστιάζει στις σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας και, ειδικότερα, στο σύντομο αλλά καταλυτικό διάστημα αλληλεγγύης που αναδύθηκε ανάμεσα στους δύο λαούς μετά τις δύο καταστροφές. Η λεγόμενη «διπλωματία σεισμών», ή «διπλωματία γειτόνων» όπως ονομάζει η καλλιτέχνιδα, δεν συνιστά απλώς ένα επεισόδιο διπλωματικής εκτόνωσης. Σηματοδοτεί μια ρωγμή στην παγιωμένη κανονικότητα της εχθρότητας, κατά την οποία η εικόνα του Άλλου μετατοπίστηκε ουσιαστικά: από απειλή σε χέρι βοήθειας, από «εθνικό εχθρό» σε ανθρώπινη παρουσία που μετέχει της ίδιας ευαλωτότητας. Αυτή η μετατόπιση δεν καταγράφηκε μόνο στο επίπεδο του δημόσιου συναισθήματος και του Τύπου της εποχής, αλλά και σε επίσημα διακρατικά τεκμήρια, που δείχνουν πως η φυσική καταστροφή λειτούργησε, έστω προσωρινά, ως αναστολή των πολιτικών στερεοτύπων.
Για τη Σουβερμέζογλου το ιστορικό αυτό γεγονός δεν προσεγγίζεται ως κλειστό αρχειακό αντικείμενο, αλλά μετασχηματίζεται σε ερώτημα μνήμης, κληρονομιάς και υποκειμενικότητας. Η ίδια, ελληνικής καταγωγής με ρίζες στην Κωνσταντινούπολη, δεν φέρει αυτή την ιστορία ως άμεση ανάμνηση, αλλά ως έμμεσο βίωμα, ως ψυχικό ίζημα που μεταβιβάζεται διαγενεακά. Αν και δεν βίωσε σε όλο τους το μέγεθος τα γεγονότα –αφού ήταν μόλις δύο ετών– η πρόσληψη αυτών εγγράφηκε στο συλλογικό ασυνείδητο της οικογένειάς της. Το έργο της αποκαλύπτει, έτσι, ότι ένα γεγονός δεν εξαντλείται στη στιγμή κατά την οποία συμβαίνει. Συνεχίζει να δρα υπόγεια, να διαμορφώνει σχέσεις, φόβους, ταυτίσεις και αφηγήσεις. Το άμεσο και το έμμεσο βίωμα αποτελούν συγκλίνοντα πεδία της ιστορικής εμπειρίας.
Η έρευνά της αναπτύσσεται πολυφωνικά. Μέσα από συνεντεύξεις με πυροσβέστες, γιατρούς ανθρωπιστικών αποστολών, δημοσιογράφους, πολίτες χωρίς θεσμικό ρόλο, αναζητά τον μεταιχμιακό τόπο διαφορετικών προσλήψεων. Αυτό ακριβώς έχει ιδιαίτερη σημασία: η ιστορία εδώ δεν εμφανίζεται ως μονολιθική εθνική αφήγηση, αλλά ως πλέγμα επιμέρους φωνών, βιωμάτων και γλωσσών. Η δημόσια ιστορία συναντά την προφορική ιστορία, ενώ το επίσημο αφήγημα διασταυρώνεται με τη συγκινησιακή μνήμη. Η πολιτική ιστορία μεταφέρεται στο επίπεδο του σώματος, της μαρτυρίας, της φωνής και του βλέμματος.
Στον πυρήνα του project αναδύεται επίσης μια σημαντική αντιπαραβολή γύρω από τη γειτνίαση, η οποία εκτείνεται από τον μικρόκοσμο των καθημερινών διεπαφών της κοινότητας έως τον μακρόκοσμο της διασυνοριακής εγγύτητας: από τη μία έχουμε το σύνορο ως γεωπολιτική, εθνική και ιδεολογική κατασκευή· από την άλλη, το ρήγμα ως φυσικό όριο, ως άνοιγμα της γης που υπερβαίνει τις κρατικές χαράξεις και εθνικές φαντασιώσεις. Το ρήγμα δεν χωρίζει σύμφωνα με τα εθνικά δόγματα, αλλά αποκαλύπτει την κοινή ευαλωτότητα. Εκεί όπου το σύνορο παράγει διαχωρισμό, η καταστροφή παράγει, έστω στιγμιαία, έναν κοινό τόπο. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και ο Τύπος της εποχής κατέγραψε αυτή τη μετατόπιση με όρους σχεδόν τρυφερούς: το πρωτοσέλιδο της Milliyet, μία ημέρα μετά τον σεισμό της Αθήνας, υιοθετούσε την ελληνική φράση «Perastika Gitona!», εγγράφοντας ήδη στο επίπεδο της γλώσσας μια συμβολική αναστολή της εθνικής απόστασης.
Η πρόσληψη του Άλλου αποτελεί έναν από τους βαθύτερους θεωρητικούς άξονες του παρόντος έργου, καθώς ο «γείτονας» δεν εμφανίζεται απλώς ως γεωπολιτική κατηγορία, αλλά ως εκείνη η μορφή που η ιστορία, η εθνική αφήγηση και ο φόβος έχουν ήδη προκατασκευάσει ως εχθρό. Υπό αυτό το πρίσμα, ο Άλλος δεν είναι αντικείμενο γνώσης ή κατοχής, αλλά ηθική πρόκληση, ένα πρόσωπο που μας εκθέτει σε ευθύνη πριν ακόμη συγκροτήσουμε κρίση γι' αυτόν. Παράλληλα, η εικόνα της Τουρκίας συγκροτείται μέσα από μηχανισμούς αναπαράστασης που παγιώνουν τη διαφορά και την καχυποψία. Στο έργο της καλλιτέχνιδας, όμως, η φυσική καταστροφή αναστέλλει αυτή τη μηχανή της ετεροκατασκευής: ο Άλλος παύει να είναι αφηρημένη απειλή και επανεμφανίζεται ως ευάλωτο σώμα, ως φορέας πένθους, φροντίδας και αμοιβαίας έκθεσης.
Τα έργα και τα τεκμήρια που συγκροτούν την έκθεση –βίντεο, ηχητικά ντοκουμέντα, αρχεία εφημερίδων, φωτογραφικό υλικό, επινοημένος σεισμογράφος, γλυπτική εγκατάσταση με ξύλινους στύλους και σημαίες– δεν λειτουργούν ως απλή αναπαράσταση ενός παρελθοντικού επεισοδίου. Συνιστούν έναν χώρο επαναδιαπραγμάτευσης της μνήμης, της ταυτότητας και της γλώσσας επικοινωνίας μεταξύ δύο λαών που έχουν μάθει να προσλαμβάνουν ο ένας τον άλλον κυρίως μέσα από τη σύγκρουση. Η Σουβερμέζογλου προτείνει ένα διαφορετικό αρχείο, όπου η ιστορία δεν εγγράφεται μόνο ως γεγονός, αλλά ως ανθρώπινος κραδασμός. Και ακριβώς μέσα σε αυτή τη ρωγμή –εκεί όπου η γη σκίζεται και μαζί της ραγίζουν τα στερεότυπα, οι φόβοι και οι εθνικές βεβαιότητες– αναδύεται μια σπάνια δυνατότητα: να δούμε ξανά τον γείτονα ως ένα πρόσωπο οικείο, ως τον πλησιέστερο Άλλον, εκείνον που ο πόνος τον φέρνει ξαφνικά δίπλα μας.
Κωνσταντίνος Θ. Σπυρόπουλος,
Ιστορικός Τέχνης